- ἀτῑμαγελέω
- ἀ-τῑμ-αγελέω, die Herde verlassen; stolz sein, in geziertem Ausdruck
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
ἀτιμαγελοῦντι — ἀτῑμαγελοῦντι , ἀτιμαγελέω forsake the herd pres part act masc/neut dat sg (attic epic doric) ἀτῑμαγελοῦντι , ἀτιμαγελέω forsake the herd pres ind act 3rd pl (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτιμαγέλης — ἀτῑμαγέλης , ἀτιμαγέλης despising the herd masc nom sg ἀ̱τῑμαγέλης , ἀτιμαγελέω forsake the herd imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) ἀτῑμαγέλης , ἀτιμαγελέω forsake the herd imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτιμαγελεῖν — ἀτῑμαγελεῖν , ἀτιμαγελέω forsake the herd pres inf act (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτιμαγελεῦντες — ἀτῑμαγελεῦντες , ἀτιμαγελέω forsake the herd pres part act masc nom/voc pl (epic doric ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀτιμαγελήσαντες — ἀτῑμαγελήσαντες , ἀτιμαγελέω forsake the herd aor part act masc nom/voc pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)